ἄμαλλα

ἄμαλλα
Grammatical information: f.
Meaning: `sheaf' (Soph.)
Compounds: ἀμαλλοδετήρ `binder of sheaves' (Il.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Considered as a derivation with -ι̯α from an l-stem, from the verb ἀμάομαι `gather'. For the formation one compares Lat. simul (Solmsen Wortforschung 193f.), but there is probably no connection with ἅμα (though the absence of aspiration may not be decisive); the formation is a little strange; cf. Chantr. Form. 252; words in -λλα may well be Pre-Greek. One might also think of ἀμάω `reap corn'. S. ἀμάομαι, 1. ἀμάω and ἄμη.
Page in Frisk: 1,85

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άμαλλα — ἄμαλλα, η (Α) 1. δεμάτι από θερισμένα στάχυα, το χερόβολο 2. σιτάρι 3. το σχοινί με το οποίο δένονται τα χερόβολα, το δέμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταρρηματικό παράγωγο, που σχηματίζεται από επαυξημένο με λ θέμα τού ρημ. ἀμῶμαι (ἀμῶ ΙΙ* άω) «συγκεντρώνω,… …   Dictionary of Greek

  • ἀμάλλα — ἀμάλλᾱ , ἄμαλλα bundle of ears of corn fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄμαλλα — bundle of ears of corn fem nom/voc sg ἄμαλλος without fleece neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμάλλας — ἀμάλλᾱς , ἄμαλλα bundle of ears of corn fem acc pl ἀμάλλᾱς , ἄμαλλα bundle of ears of corn fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμάλλαι — ἀμάλλᾱͅ , ἄμαλλα bundle of ears of corn fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαλλῶν — ἄμαλλα bundle of ears of corn fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμάλλαις — ἄμαλλα bundle of ears of corn fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμάλλης — ἄμαλλα bundle of ears of corn fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄμαλλαι — ἄμαλλα bundle of ears of corn fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄμαλλαν — ἄμαλλα bundle of ears of corn fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμώ — (I) ἀμῶ ( άω) (Α) 1. (για τα γεννήματα) θερίζω, δρέπω, κόβω 2. (ενεργητικό και μέσο) κόβω 3. αποκομίζω, κερδίζω, απολαύω 4. κατασφάζω σε μάχη, «θερίζω». [ΕΤΥΜΟΛ. < ΙΕ ρίζα *∂2em (πρβλ. αρχ. γερμ. māen, αγγλοσαξ. māwan). Στον Όμηρο απαντούν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.